Thursday, April 30, 2015

Υ.Γ. Να προσέχεις...

Ψάχνεις... ψάχνεσαι... σε ψάχνουν...
Χάνεις... χάνεσαι... σε χάνουν...
Απόηχες κραυγές απελπισίας στο κενό.
Σιωπή...
Οι σιωπές πονάνε  περισσότερο από τα λόγια.
Με τα λόγια ξέρεις τουλάχιστον που βαδίζεις.
Η σιωπή και τα βλέμματα μόνο αμηχανία φέρνουν.
Ξέρεις από αμηχανία. Και από σιωπή ξέρεις.
Καιρό τώρα σώπαινες. Και τι κατάλαβες; Πού σε οδήγησε;
Πού μας οδήγησε;
Ήξερες. Ήξερες καλύτερα από τον καθένα ότι η ζωή μου είναι σταυροδρόμι.
Άνθρωποι έρχονται από παντού, συναντιόμαστε στη μέση και συνεχίζουν το δρόμο τους.
Περνάνε, μου βάζουν φωτιά, απολαμβάνουν τη ζεστασιά και όταν σβήσω, φεύγουν.
Το ήξερες.
Είπες ότι θα ήσουν αλλιώς. Είπες ότι θα έμενες.
Και το πίστεψα. Για άλλη μια φορά το πίστεψα.
Να δω πότε θα βάλω μυαλό. Πότε θα αρχίσω να δίνω τόσα όσα παίρνω και ούτε σταγόνα αγάπης παραπάνω.
Αγάπη. Πώς είναι τελικά αυτή η αγάπη; Έχει «πρέπει»;
Έχει συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης; Συγκεκριμένους κανόνες;
Μάλλον απουσίαζα σε αυτό το μάθημα.
Μάλλον πρέπει να μάθω επιτέλους πως θέλει ο κόσμος να αγαπώ...
Ξεθωριασμένα λάδια σε λευκό καμβά.
Νερωμένο κρασί σε κρυστάλλινα ποτήρια.
Ακροβάτης ονείρων σε τεντωμένο σκοινί. Έτσι καταλήγω πάντα.
Χαμένη σε υπόγειες στοές, μέσα σε καπνό, βαριές κολώνιες και εξοστρακισμένους ανθρώπους.
Ξέρεις πόσες χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν με αλεξίπτωτα μόνιμα δεμένα στην πλάτη τους;
Ανά πάσα στιγμή έτοιμοι για ελεύθερη πτώση.
Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος. Ποτέ δεν ξέρεις από που μπορεί να πέσεις...

Να σου πω μια ιστορία;
Μια φορά και καιρό, στο παλάτι ενός νάρκισσου βασιλιά, σε ένα χρυσό κλουβί, ζούσε ένα πανέμορφο χρυσοκόκκινο πουλί. Όλος ο κόσμος το θαύμαζε για την ομορφιά και την υπεροχή του και εκθίαζε το βασιλιά για το γούστο και την καλαισθησία του.
Το πουλί δεν απολάμβανε καθόλου την προσοχή. Ήθελε να φύγει, να φτάσει ουρανό και να γνωρίσει άλλες χώρες και άλλα πουλιά.
Κάθε μέρα προσπαθούσε να δραπετεύσει και κάθε μέρα απογοητευόταν. Ώσπου ένα πρωί, καθώς ο βασιλιάς άνοιξε το κλουβί για να το χαϊδέψει, έπιασε με το μάτι του την αντανάκλασή του στα χρυσά κάγκελα. Σα νάρκισσος που ήταν, άρχισε να θαυμάζει την ομορφιά του, αφαιρέθηκε, το πουλί βρήκε ευκαιρία και ξέφυγε.
Πέταξε μακριά, μακριά, μακριά... Για μήνες άγγιζε ουρανούς και σύννεφα, μέχρι που μια μέρα, ενώ ετοιμαζόταν για μια βουτιά από ψηλά, ένιωσε απίστευτη ζέστη, μύρισε καπνό και είδε τα φτερά του να τυλίγονται στις φλόγες.
Άρχισε να θρηνεί για αυτά που έχασε, για αυτά που ποτέ δε θα δει, αλλά στιγμή δε μετάνιωσε που άφησε πίσω του το κλουβί.
Μέχρι να φτάσει στο έδαφος, το μόνο που είχε απομείνει, ήταν στάχτες. Απομεινάρια μιας φτερωτής καρδιάς...
Μερικές μέρες αργότερα, με ένα ψιθύρισμα ανέμου, οι στάχτες άρχισαν να παίρνουν για ακόμα μια φορά ζωή. Έγιναν οντότητα. Ένα χρυσό πουλάκι πετάχτηκε, κελάηδησε μια φορά και απογειώθηκε προς το ηλιοβασίλεμα...

Δε μετανιώνω για τίποτα, να ξέρεις.  Ούτε για αυτά που έδωσα, ούτε για τις στιγμές που περάσαμε μαζί. Μία προς μία χάραξαν την ψυχή μου και έγιναν κομμάτι του εαυτού μου, τόσο μεγάλο, όσο ήσουν και θα είσαι και εσύ.
Μια συνήθεια είναι όλα. Όπως έχω ξαναπεί, οι άνθρωποι δε σου ανήκουν. Τα κλουβιά δεν είναι για όλους. Αν θες να μείνεις, μείνε. Αν θες να φύγεις, σου εύχομαι από την ψυχή μου να βρεις όλα όσα εγώ δεν μπόρεσα να δώσω...
Γιατί να ξέρεις, ότι όσες φορές και να μου βάλουν φωτιά, εγώ θα επιστρέφω. Μόνη μου ή με τη βοήθεια αυτών που θέλουν να καούν μαζί μου. Όπως και να χει, θα επιστρέφω.
Μέσα από στάχτες και αποκαΐδια...

Υ.Γ. : Να προσέχεις...

© 2015 Καμενίδου Ιωάννα

Tuesday, January 28, 2014

Μέχρι να βρεθούμε πάλι... -Μέρος 1ο

   Χρόνια τώρα το ίδιο όνειρο. Όχι κάθε βράδυ αλλά θα το δω σίγουρα 2-3 φορές το μήνα. Δεν είναι εφιάλτης, δεν είναι σκηνή από ταινία. Ανάμνηση είναι. Παλιά αλλά όχι ξεχασμένη. Δε θα ήθελα ποτέ να ξεχαστεί. Κρέμομαι από αυτή. Κρατιέμαι και ανατρέχω σε αυτή κάθε φορά που πληγώνομαι. Έρωτας ήταν. Τι άλλο; Τι άλλο σε κρατάει ξύπνια τα βράδια; τι άλλο σε κάνει να κλαις με την πιο σαχλή αμερικανιά κατεβάζοντας έναν κουβά παγωτό; τι άλλο σε κάνει να πιστεύεις ότι όλα είναι όμορφα, λαμπερά και αισιόδοξα;
   Ιόλη, 25, γαλάζια μάτια, μικρά χείλη, απόφοιτος αγγλικής φιλολογίας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Ρόδο, αφόρητα ονειροπόλα, απύθμενα ονειροπαρμένη, σαρκαστική, σκληρή απ' έξω, τραγικά ευαίσθητη από μέσα. (το τελευταίο ας μείνει μεταξύ μας. Δε θέλω να χαλάσω την κακή εικόνα που έχω χτίσει). Μεγάλωσα σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα, μαζί με τους γονείς μου, τη γιαγιά και τα δύο μικρότερα αδέρφια μου. Δεν είχα ποτέ πολύ στενές σχέσεις μαζί τους. Ξέρεις, τις σχέσεις που τα λες όλα στη μαμά σου, λατρεύεις τον μπαμπά σου και μοιράζεσαι τα πάντα με την αδερφή σου. Ήμουν...περίεργη. Ήμουν πάντα πολύ κοινωνική, μου ήταν εύκολο να κάνω φίλους, είχα εξαιρετικό λέγειν, αλλά ήμουν πάντα διαφορετική.
   Προτιμούσα να κάνω παρέα με τα αγόρια, δε με ενδιέφεραν μαλλιά, ρούχα, κοσμήματα... Η μαμά μου ήθελε πάντα να είμαι πρώτη σχολείο. Αυτό θυμάμαι από αυτή. Ακόμα και τώρα δηλαδή, το ίδιο κάνει. Θυμάμαι ένα μόνιμο "Να μη σε νοιάζουν οι άλλοι, εσύ να διαβάζεις". Έτσι και έκανα. Διάβαζα. Ήμουν παραστάτρια, ήμουν σημαιοφόρος, ήμουν απουσιολόγος και είχα διαβάσει τη μισή βιβλιοθήκη του σχολείου. Αλήθεια! Τσεκαρισμένο! Κέρδισα και βραβείο γι αυτό. Ο πατέρας μου πάλι, είχε ανάγκη να ακούει "μπαμπάκα μου", "σ'αγαπώ" κλπ κλπ. Εγώ ακόμα και τώρα, δεν μπορώ να πω εύκολα "σ'αγαπώ", ούτε καν στην κολλητή μου. Οπότε, πάντα την πλήρωνα επειδή ήμουν απότομη. Η παρέα μου με τα αγόρια με έκανε αντικειμενική και με έμαθε να σκέφτομαι όπως αυτά. Καλό για τις φίλες μου, γιατί μου ζητάνε συμβουλές, κακό για μένα γιατί οι άντρες με λατρεύουν...σα φίλη! Και σε αυτό το σημείο μπορείς να πάρεις μια ιδέα για το θέμα της ιστορίας μου (έλα τώρα, τι περίμενες ότι θα διαβάσεις; για αστροφυσική;). 
    Ήμουν στο γυμνάσιο όταν γνώρισα τον Αντρέα και ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι θα γίνει μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Η οικογένειά μου δεν είναι πλούσια. Με ένα μισθό του πατέρα μου ήμασταν πάντα και δεν είχαμε ιδιαίτερο πρόβλημα. Στο σχολείο όμως, υπήρχαν παιδιά όλων των κοινωνικών τάξεων και όπως όλοι ξέρουμε, τα παιδιά μπορούν να γίνουν πολύ σκληρά. Ένα πρωί λοιπόν, ενώ καθόμουν σε μα γωνιά και άκουγα τους γύρω να με κοροιδεύουν γιατί ο πατέρας μου ήταν μηχανικός, (¨Ετσι απλά καθόμουν! Το πιστεύεις;! Τόσα ήξερα! Αλλά η κοροιδεία έιχα γίνει συνήθεια και είχα κουραστεί να παλεύω) ήρθε από το πουθενά εκείνος. Επάνω σε άσπρο άλογο, με αστραφτερή πανοπλία...πλάκα κάνω! Πόσο γελοίο! Υπάρχουν ακόμα κάποιες που περιμένουν πρίγκιπα; Ήρθε λοιπόν γιατί είδε τι συνέβαινε και μόλις οι υπόλοιποι τον είδαν σκορπίστηκαν και εξαφανίστηκαν, όχι επειδή φοβήθηκαν, επειδή δεν ήθελαν να χαλάσουν τη σχέση τους μαζί του. Όλοι ήξεραν τον Αντρέα. Όλοι ήθελαν να του μοιάσουν, όλες ήθελαν να τον φιλήσουν και όλοι τον έγλειφαν από πάνω ως κάτω. Γιος του Δημάρχου, όχι πολύ ψηλός, μελαχρινός, με μεγάλα καστανά μάτια τόσο ζεστά, που ήθελες να χαθείς μέσα τους. Το πιο όμορφο χαρακτηριστικό του, το χαμόγελό του. Από αυτά που σχηματίζουν λακάκια στο πλάι, ξέρεις πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω αγαπητέ αναγνώστη. Εγώ τον ήξερα ως ο Αντρέας, ο γιος του δημάρχου. Δεν ήταν μέσα στον κύκλο μου και δεν μπορούσα να θαυμάζω τα μάτια του γιατί όπως προείπα, δε με ενδιέφεραν ποτέ τέτοιου είδους πράγματα.
   Με πλησίασε, στάθηκε από πάνω μου, έσκυψε στο πρόσωπό μου, έγειρε το κεφάλι στο πλάι σα να ήθελε να παρατηρήσει κάτι καλά και είπε "Ιόλη, τα μάτια σου είναι πιο σκούρα στις άκρες!" και χαμογέλασε με ένα πλατύ χαμόγελο που δεν είχα ξαναδεί και κατάλαβα αμέσως για τι πράγμα μιλούσαν τα κορίτσια του σχολείου. Πώς ήξερε το όνομά μου; "Ναι, είναι το ίδιο ακριβώς χρώμα με της μητέρας και της αδερφής μου". Έτσι ξεκίνησε η όλη ιστορία μαζί του. Από εκείνη τη μέρα και μετά, ήρθαμε πολύ κοντά. Στο γυμνάσιο κάναμε πολύ παρέα. Στο σχολείο ήμασταν αχώριστοι. Κανείς δε με ξανα ενόχλησε, κανείς δε με ξανά κορόιδεψε όσο ήταν δίπλα μου αυτός. Περνούσαμε καλά. Τα απογεύματα κατεβαίναμε στο λιμάνι και βλέπαμε τα πλοία να έρχονται και να φεύγουν, κόσμος να ανεβαίνει και να κατεβαίνει με βαλίτσες στο χέρι.

Συνεχίζεται...

© 2014 Καμενίδου Ιωάννα

Monday, January 27, 2014

Τι έκανα τα 2 χρόνια που απουσιάζω;


  • Μάλωσα με την παρέα μου που τόσο αγαπούσα.
  • Έχασα μια φίλη που ήξερα χρόνια. Με κοιτάει από ψηλά και γελάει. Είμαι σίγουρη.
  • Δέθηκα ακόμα περισσότερο με φίλες που αγαπώ πολύ.
  • Ήρθα κοντά με τα αδέρφια μου.
  • Είδα τη μάνα μου να κλαίει και τον πατέρα μου να φωνάζει. Κακό πράγμα η ανεργία.
  • Κόπηκα σε μαθήματα.
  • Πέρασα μαθήματα.
  • Ερωτεύτηκα.
  • Απογοητεύτηκα.
  • Διάβασα ΠΟΛΛΑ βιβλία. Εθισμός λέγεται.
  • Άκουσα ΠΟΛΥ Μαραβέγια. Δεν το βάζω κάτω. Θα τον παντρευτώ.
  • Βγήκα, ήπια, χόρεψα. Υπέρβαση.
  • Πήγα σε πολλά σχολεία στη Β. Ελλάδα και έκανα παρουσιάσεις σε παιδάκια.
  • Χάιδεψα τα αυτιά μιας γέρικης αρκούδας.
  • Προσευχήθηκα και πίστεψα στο Θεό.
  • Αγάπησα τη σχολή μου.
  • Έχασα 14 κιλά.
  • Μίσησα ακόμα πιο πολύ το κορμί μου. Δε θα αλλάξει αυτό παιδί μου.
  • Άλλαξα μουσικά ακούσματα και αυτό βοήθησε στην αλλαγή νοοτροπίας μου.
  • Σταμάτησα να φοράω μόνο μαύρα. Φοράω και μωβ. Babysteps.
  • Πήρα μέρος σε εκθέσεις κοσμημάτων με επιτυχία.
  • Έκανα ένα ξεσκαρτάρισμα σε αυτούς που με περιτριγύριζαν.
  • Έπεισα τον κόσμο ότι είμαι ευτυχισμένη. Αν θες, μη με πεις καλή ηθοποιό μετά.
  • Μίλησα ξανά με έναν άνθρωπο που αγαπούσα. 2 χρόνια μετά. Βλέπε 1η βουλίτσα.
  • Αρχίζω να αναθεωρώ ανόητες ιδεολογίες μου
  • Αρχίζω να ξεπερνώ καταστάσεις.
  • Αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο κακός μπορεί να γίνει ο κόσμος.
  • Αρχίζει να μη με νοιάζει.
  • Αρχίζω να αλλάζω.
  • Αρχίζει να μ'αρέσει.
© 2014 Καμενίδου Ιωάννα